| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | ΑΡΧΕΙΟ | ENGLISH  
Οικοσελίδα » ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, ΕΛΛΑΔΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, ΚΥΠΡΟΣ, ΨΥΧΟΠΟΛΕΜΟΣ

Η τουρκική αφηγηματική επεξήγηση κι εμείς

ασδφ

‘Σημερινή’
«Η τουρκική αφηγηματική επεξήγηση κι εμείς»
18 Οκτωβρίου 2009
Ανδρέας Θεοφάνους*

Ένας από τους πυλώνες στους οποίους η Κυπριακή Δημοκρατία στηρίχθηκε μετά την εισβολή του 1974 και την κατοχή ήταν η ηθική υπεροχή. Προβαλλόταν, μεταξύ άλλων, η θέση ότι η Τουρκία είχε εγκληματίσει στην Κύπρο και έπρεπε να τερματισθεί η κατοχή. Σταδιακά, η Τουρκία, πέρα από τη στρατιωτική της υπεροχή, κατανόησε και τη σημασία της ηθικής υπεροχής και προσπαθεί ποικιλοτρόπως να διαφοροποιήσει αντιλήψεις, επιβάλλοντας τη δική της «αφηγηματική επεξήγηση», αυτό που αποκαλείται «narrative».

Υπογραμμίζεται ότι η ηθική υπεροχή είναι σήμερα μαζί με τη στρατιωτική δύναμη, καθώς και την οικονομία (με την ευρύτερη έννοια του όρου), τρεις από τους βασικούς συντελεστές στις διεθνείς σχέσεις και το διεθνές περιβάλλον. Εάν κρίνουμε από τα αποτελέσματα, σήμερα βλέπουμε ότι και σ’ αυτόν τον τομέα, όπου είχε συγκριτικό πλεονέκτημα η Κυπριακή Δημοκρατία, η Τουρκία έχει κερδίσει τα τελευταία χρόνια σε πολλά σημεία.

Το ζητούμενο είναι να μην καταστεί η εξέλιξη αυτή μόνιμο δεδομένο. Ούτως ή άλλως, πρέπει να αξιολογηθεί πώς επιτεύχθηκε αυτή η σοβαρή διαφοροποίηση. Κατ’ αρχήν θα πρέπει να αξιολογηθεί η «αφηγηματική επεξήγηση» της Τουρκίας (the Turkish «narrative») που έχει ως ακολούθως:

«Το 1974, μετά το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας, το οποίο αποσκοπούσε στην προσάρτηση της Κύπρου από την Ελλάδα, η Τουρκία επενέβη με βάση τη συναφή πρόνοια του άρθρου 4 του Συντάγματος, με στόχο την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, την προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας και την αποτροπή της προσάρτησης της Κύπρου από την Ελλάδα. Η ειρηνευτική τουρκική επιχείρηση στην Κύπρο συνέβαλε επίσης στην αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Έκτοτε στο νησί υπάρχει ειρήνη. Η Τουρκία προσπάθησε κατ’ επανάληψιν να συμβάλει στη λύση του Κυπριακού, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω της αδιαλλαξίας των Ελληνοκυπρίων. Το 2004 ήταν μια κορυφαία στιγμή, όπου η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι είπαν ναι σε ένα ισοζυγισμένο σχέδιο του ΟΗΕ και οι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν, διότι δεν ήθελαν και δεν θέλουν να μοιρασθούν πλούτο, εξουσία και τα οφέλη της συμμετοχής στην ΕΕ μαζί με τους Τουρκοκυπρίους. Η ουσία του Κυπριακού είναι ότι οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονται σε απομόνωση και η Τουρκία αδίκως κατηγορείται και αντιμετωπίζει προβλήματα και προσκόμματα σε σχέση με την ενταξιακή της πορεία».

Η τουρκική «αφηγηματική επεξήγηση» είναι γεμάτη από παραπλανητικές ανακρίβειες. Η ουσία, όμως, είναι ότι αυτό είναι ένα κεντρικό μήνυμα, το οποίο περνά. Έτσι βλέπουμε κατά καιρούς εκθέσεις και εισηγήσεις να τοποθετούνται με τρόπο που απαλλάσσουν την Τουρκία από τις ευθύνες της στην Κύπρο και προκρίνουν την απρόσκοπτη συνέχιση της ενταξιακής της πορείας. Δεν πρέπει να μας εκπλήττει η αποτελεσματικότητα της Τουρκίας. Άλλωστε, έχει και θετικούς αποδέκτες των μηνυμάτων της και σε Κύπρο και Ελλάδα. Η Τουρκία επενδύει εκατομμύρια δολάρια σε πανεπιστημιακές έδρες, κέντρα αποφάσεων, δεξαμενές σκέψης, μέσα μαζικής επικοινωνίας και σε ανθρώπους. Και έχει πετύχει σήμερα μία ουσιαστική διαφοροποίηση των «παραστάσεων». Ακόμα και στην κατεχόμενη Κύπρο, η Τουρκία έχει επενδύσει σε πανεπιστήμια και σε δεξαμενές σκέψης. Αντίθετα, η Κυπριακή Δημοκρατία ακολουθεί μίαν απαρχαιωμένη πολιτική «διαφώτισης», που κάθε άλλο από διαφωτιστική είναι. Ούτε έχει δώσει την απαιτούμενη σημασία είτε σε ξένα είτε σε ντόπια συναφή ιδρύματα.

Δεν πρέπει, λοιπόν, να εκπλήττει ότι κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει ελληνοκυπριακή «αφηγηματική επεξήγηση»/narrative. Αντί τούτου, αν ανατρέξει κανείς στα ελληνοκυπριακά ΜΜΕ, προκύπτει το συμπέρασμα ότι στην καλύτερη περίπτωση υφίσταται μία ιδεολογική σύγχυση και στη χειρότερη περίπτωση αντιφατικά συναισθήματα υπεροχής, αλλά και ενοχής και ηττοπάθειας. Η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά το γεγονός ότι εντάχθηκε στην ΕΕ, δεν λειτουργεί με αυτοπεποίθηση, ενώ το κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό υπόδειγμα δεν βασίζεται πάνω σε στέρεες βάσεις. Η Κύπρος καλείται να προχωρήσει με αυτοπεποίθηση και να έχει στόχους που να εμπνέουν. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία (βοσνιακού τύπου) είναι ένα μοντέλο το οποίο συνδέεται με αποτυχία και δεν εμπνέει.

Πέραν τούτου, σε σχέση με τη διακηρυγμένη πολιτική της επαναπροσέγγισης, πολλοί Ελληνοκύπριοι οι οποίοι επιθυμούν τη συμβίωση με τους Τουρκοκυπρίους διακρίνουν σε διάφορες επαφές υπερβολικά αλαζονικές τουρκοκυπριακές προσεγγίσεις, που παραπέμπουν σε άλλες εποχές. Όταν για παράδειγμα παραλληλίζεται η τουρκική κατοχή της Κύπρου με «την κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους Ελληνοκυπρίους», πώς ενισχύεται η επαναπροσέγγιση; Αυτά λαμβάνουν χώρα σε ένα περιβάλλον όπου σε συμβολικό επίπεδο υπάρχει η τεράστια τούρκο(κυπριακή) σημαία στον Πενταδάκτυλο, που υπενθυμίζει τη σφραγίδα της τουρκική κατοχής. Αντίθετα, στις ελεύθερες περιοχές εν πολλοίς θεωρούνται εθνικισμός η ανάρτηση ελληνικής σημαίας, η αμφισβήτηση συγκεκριμένων θέσεων και πράξεων των Τουρκοκυπρίων, και οι κατηγορίες εναντίον της Τουρκίας και των πράξεών της… Πώς είναι, επομένως, δυνατόν να συγκροτήσουμε μια δική μας «αφηγηματική εξήγηση», όταν τελούμε υπό καθεστώς αυτοαναίρεσης;

* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, και Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων

- – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - – - -

‘Πολίτης’
«Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός»
23 Οκτωβρίου 2009, σελ. 12
Ανδρέας Χαχολιάδης

Το Κυπριακό, από τις αρχές της δεκαετίας του Ά50, οριοθετείται από τη διάσταση της βούλησης με την πραγματικότητα. Και η ευθύνη ανήκει από τη μια στην Εθναρχία, που αγνοούσε τους συσχετισμούς δυνάμεων και παράβλεπε το γεγονός ότι η Ελλάδα έβγαινε, μετά από μια δεκαετία πολέμου και εμφυλίου αδύναμη, και από την άλλη στις ελληνικές κυβερνήσεις, που ενώ γνώριζαν, δεν είχαν το πολιτικό σθένος να αντισταθούν μέχρι τέλους στο λαϊκισμό και την πατριωτική ρητορεία της πρώτης. Αυτή η αναντιστοιχία παρακολουθεί το Κυπριακό. Η κολοβή ανεξαρτησία που προέκυψε μετά την ήττα του ηρωικού, αλλά πολιτικά άκαιρου ξεσηκωμού του ’55, δημιούργησε ένα υπαρκτό πρόβλημα που συνίστατο στη σχέση που έπρεπε να οικοδομηθεί ανάμεσα σε δύο έννοιες φαινομενικά αντίθετες: αυτές του κράτους και του έθνους. Από τη μια ένα κράτος δικοινοτικό, που επέβαλλε να αναπτυχθούν συμβιωτικές λειτουργίες και από την άλλη η εθνική ταυτότητα που προέβαλλε ως μοναδική προοπτική ολοκλήρωσής της την Ένωση.

Από το 1960 μέχρι το 1974, η έννοια του κράτους υποτιμήθηκε και χλευάστηκε σε αντίθεση με την αξία του εθνικού, που διογκώθηκε και κατέληξε στην ανάπτυξη ενός ανεγκέφαλου «εθνικού πατριωτισμού» που οδήγησε στην τραγωδία που βιώνουμε. Επειδή όμως ως λαός δεν χαρακτηριζόμαστε από το μέτρο και δεν εμβαθύνουμε στην ουσία των πραγμάτων, το εκκρεμές ανάμεσα στο κράτος και το εθνικό μετακινήθηκε μετά το ’74 στο άλλο άκρο.

Αγιοποιήθηκε το κράτος και ρίχτηκε στα Τάρταρα ό,τι παράπεμπε στο εθνικό. Ιδεολογικός πάτρωνας αυτής της σύλληψης ήταν το ΑΚΕΛ που φαντασιωνόταν ένα μοντέλο τύπου Σοβιετικής Ένωσης, όπου οι εθνικές ταυτότητες θα υποχωρούσαν και θα αναδεικνυόταν το ταξικό ως το διακριτικό γνώρισμα των νέων αντιθέσεων και συσπειρώσεων. Αυτή όμως η ανιστόρητη προσέγγιση αποτελεί άλλη μια νεφελώδη ουτοπία, γιατί, όπως αποδείχτηκε και από τη διάλυση της ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας, η καταπίεση της εθνικής ταυτότητας όχι μόνο δεν οδηγεί στην εξαφάνισή της, αλλά αντίθετα καταλήγει στην αναβίωση του πιο ακραίου εθνικισμού.

Η ιδεολογική σύγχυση του ΑΚΕΛ και η αδυναμία του να συνταιριάσει αρμονικά την εθνική ταυτότητα με την κρατική οντότητα μέσα από μια συνθετική πρόταση όπως «η κρατική ανεξαρτησία είναι το κέλυφος για την επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού», το εξώθησε να θεωρεί την καλλιέργεια της ελληνικής ταυτότητας ως έκφραση εθνικισμού με αποκορύφωμα η νεολαία του να χαρακτηρίζει τις ελληνικές σημαίες σοβινιστικά σύμβολα.

Και ενόσω το ΑΚΕΛ θα οπτασιάζεται σε κάθε έκφραση του εθνισμού έξαρση του εθνικισμού και θα επιχειρεί με καταγγελτικό λόγο και κατασταλτικές λογικές να τον αντιμετωπίσει, τόσο περισσότερο θα τρέφεται η προοπτική δυναμικής εμφάνισης στο μέλλον του εθνικισμού. Το ΑΚΕΛ αρέσκεται να αυτοχαρακτηρίζεται ως το κόμμα που ποτέ δεν έβλαψε τον τόπο κι αυτό γιατί δεν έχει συναίσθηση ότι μέσα από τις ανιστόρητες εμμονές του να υποβαθμίζει την εθνική καταγωγή και την πολιτιστική ταυτότητα των Ελλήνων της Κύπρου καλλιέργησε στις ψυχές των νεότερων ηλικιών έναν ιδιότυπο διχασμό (δηλώνουν ότι δεν είναι Έλληνες αλλά Κύπριοι και όχι Έλληνες της Κύπρου ) που τείνει να προσλάβει απροσδιόριστες συνέπειες. Το ΑΚΕΛ συνειδητά και διαχρονικά πρότασσε, και σωστά, την ανάγκη ανάπτυξης των δεσμών ανάμεσα στις δύο κοινότητες.

Πλανώνται όμως πλάνη οικτρά όσοι ευελπιστούν ότι μπορεί να αναπτυχθεί συμβιωτική συνείδηση και να οικοδομηθούν λογικές συνύπαρξης με αμνήμoνες που πορεύονται στο μέλλον χωρίς συλλογική μνήμη και ιστορική συνείδηση. Γιατί μόνο κάποιος σεμνά υπερήφανος για την ιδιοπροσωπία του και με συνείδηση της ιστορικής του διαδρομής μπορεί όχι μόνο να σεβαστεί αλλά και να υπερασπιστεί το δικαίωμα του άλλου να αυτοπροσδιορίζεται.


Σταθερή διεύθυνση permalink: http://www.efylakas.com/archives/3344

Εκτυπώσιμη μορφή

Tags: , , ,