| ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ | ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ | ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | ΑΡΧΕΙΟ | ENGLISH  
Οικοσελίδα » ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

Η «βιομηχανία κουλτούρας» και η πολιτική κατάχρησή της

MATERIALIST-ART

Εμπροσθοφύλακας
«Η “βιομηχανία κουλτούρας” και η πολιτική κατάχρησή της»
17 Νοεμβρίου 2011
Λάμπρος Καούλλας

Η ένοχη κυβέρνηση Χριστόφια χρησιμοποιεί πλέον το βαρύ πυροβολικό του ψυχοπολεμικού του οπλοστασίου. Οι ενδοτικές υποχωρήσεις στο Κυπριακό, η ανθρωποκτονία στο Μαρί, η φασιστική αστυνομική καταστολή και η βαθιά διάβρωση των θεσμών διεύρυναν την αγανάκτηση, η οποία συμπαρασέρνει πλέον και δικούς τους ψηφοφόρους. Έστησε ό,τι πιο θεαματικό προσφέρει η «βιομηχανία κουλτούρας» για να συσπειρώσει οπαδούς, να διχάσει την κοινωνία και να φτιασιδώσει μια ψεύτικη λαοφιλία.

Με την βεβιασμένη στράτευση καλλιτεχνών σε απανωτές συναυλίες, με αποκορύφωμα την προσωπολατρική παρωδία της 24ης Οκτωβρίου 2011, στόχευσε στις μουσικές ευαισθησίες και προτιμήσεις του λαού, σε μια χοντροκομμένη απόπειρα αποκόμισης πολιτικής υπεραξίας από την λάμψη μουσικών αστέρων.

Ο ευρυμαθής Theodor Adorno, ήταν ένας εκ των μεγαλών κριτικών θεωρητικών της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο οποίος ενέταξε στην ανάλυση του στοιχεία φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας και ψυχολογίας, τα οποία συνδύασε με το βάθος της μουσικής του παιδείας. Είχε γράψει για την «βιομηχανία κουλτούρας (culture industry)» και την αρνητική επίδραση που αυτή έχει στις ανά τον κόσμο κοινωνίες. Συνεπακόλουθα, πως αυτή οδηγεί στην άμβλυνση της δυνατότητας του ατόμου για κριτική σκέψη, πολιτικοποίηση και ευφάνταστη δημιουργία. Και όλα αυτά χωρίς καν να έχει ζήσει την κατοπινή ψηφιακή τεχνολογία διαδραστικότητας και μαζικής διασποράς πληροφοριών. Ο Αντόρνο είχε ψηλαφήσει και αποτυπώσει ευκρινώς τις τιτάνιες οικονομικές προοπτικές κέρδους που διέβλεπε το εκδοτικό-δισκογραφικό-μιντιακό (μεταξύ άλλων) κεφάλαιο από μια «φορντικού» τύπου μαζική παραγωγή συσκευασμένης και ρηχής, φτηνής «κουλτούρας», με πολύ χαμηλό επενδυτικό ρίσκο και δυνατότητες τεχνητής αναζωόγησης της ζήτησης μέσω διαφημήσεων στα ίδια, μονοπωλιακώς ελεγχόμενα μέσα παραγωγής-προβολής.

Οι επαγγελματίες πολιτικοί του υφιστάμενου συστήματος εξουσίας θαμπώθηκαν με τις νέες δυνατότητες μαζικής χειραγώγησης του εκλογικού σώματος από αυτή την «βιομηχανία κουλτούρας», που ταυτόχρονα θα τους μασκάρευε, θα τους εγκυτίωνε και μέσα από το γυαλί θα τους παρουσίαζε αρυτίδιαστους και λαμπερούς στους καταναλωτές-ψηφοφόρους. Και έτσι το συμβόλαιο «έκλεισε», αφού οι μεν θα τα κονομάνε από την πάμφθηνη κουλτούρα που θα πουλάνε, οι δε εφησυχάζονται αφού ο λαός καταπίνει ως σκληρό δεδομένο την προπαγάνδα τους, ενώ ταυτόχρονα αμβλύνονται οι αντιστάσεις του αφού «ψυχαγωγείται» ψυχορραγώντας, και ούτε γάτα ούτε ζημιά. «Ώπα νινανάι γιαβρούμ», κορόιδα.

Το να ισχυριστεί κάποιος πως όλοι οι καλλιτέχνες είναι φοβισμένοι υπαλληλάκοι και πειθήνια όργανα μιας «συνωμοτικής» «βιομηχανίας κουλτούρας» είναι προσβολή και υπερβολή, αφού ο όρος αποτελεί σχήμα λόγου και ανάλυσης. Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί το σύνολο της μουσικής ή τηλεοπτικής ή άλλης παραγωγής παντελώς άχρηστο. Είναι αλήθεια πως ορισμένα «προϊόντα κουλτούρας» μπορούν όντως να ψυχαγωγήσουν ή/και να πυροδοτήσουν υγιείς προβληματισμούς. Απλώς, κατά τη γνώμη μου, οι περισσότεροι καλλιτέχνες κάνουν την δουλειά που τόσο αγαπούν, αποφεύγοντας ευγενικά την έντονη πολιτικοποίηση θέλοντας να εκμεταλλευτούν όσο πιο αξιοπρεπώς γίνεται τις ευκαιρίες που φέρνει ο χαλαρός συμβιβασμός με την «βιομηχανία κουλτούρας» (και κατ’ επέκταση με το σύστημα εξουσίας) για να προβάλουν την τέχνη τους. Και να σημειώσουμε εδώ πως η ποιοτική διαφορά μεταξύ των «δημοφιλών καλλιτεχνών» έγκειται στο ότι μερικοί την φήμη τους την κέρδισαν επάξια με την επίπονη δουλειά τους, ενώ άλλοι επεβλήθησαν στο κοινό διά πυρός και μάρκετινγκ, τηλεόρασης και κουτσομπολάκηδων. Ο λαός, στο τέλος, καταναλώνει μεν τα μαζικώς βιομηχανοποιημένα κουλτουρο-προϊόντα, αλλά ξεχωρίζει πως μπορεί η σοκολάτα να είναι τρέλα, αλλά άλλο πράμα μια φρουτοσαλάτα.

Ο Αντόρνο αναλύει πως η «βιομηχανία κουλτούρας», μέσα σε ένα ύστερο καπιταλιστικό σύστημα του οποίου ηγείται το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, αναζητεί συνεχώς και αυτή νέες «niche» αγορές για να πουλήσει περισσότερο. Για να συνεχίσουμε με το παράδειγμα πιο πάνω, κάποιος πίνει κόκα-κόλα, άλλος πίνει κόλα-λάιτ. Κάποιος γουστάρει Σάκη, άλλος γουστάρει Βασίλη. Έχει έτσι το ένστικτο η «βιομηχανία» να ανακαλύπτει αυθεντικά, πολλά υποσχόμενα ταλέντα στον χώρο της υποκουλτούρας, των περιθωριοποιημένων αλλά και αβάντ-γκαρντ μορφών τέχνης, και κυρίως των πολιτικοποιημένων, και άρα των πιο ριζοσπαστικών και ενδιαφέροντων υπόγειων ρευμάτων. Από αυτούς τους χώρους αντλεί, με ισχυρά συμβόλαια και υποσχέσεις για τεράστιες απολαβές και απότομη δόξα, συνεχώς καινούργιο καλλιτεχνικό δυναμικό, το οποίο αναπληρώνει τα κορεσμένα «προϊόντα» του πρόσφατου παρελθόντος. Βεβαίως, αυτό το καλλιτεχνικό δυναμικό αναγκάζεται σταδιακά να απεκδυθεί του πρότερου κοινωνικού και κάποτε οξύτατα ριζοσπαστικού (πολιτικού) του λόγου, αφού δεν θέλει να θορυβεί τα νέα πλήθη που θα ψυχαγωγεί και που μάλλον δεν ασπάζονται τις πολιτικές του απόψεις, αλλά σίγουρα είναι πλέον πελάτες αυτού και των ατζέντηδών του.

Ο καλός, ανιδιοτελής καλλιτέχνης είναι αυτός που όταν πρωτοασχολήθηκε με την τέχνη του το έκανε για προσωπική λύτρωση ή/και κοινωνική χειραφέτηση. Ο καθένας όμως έχει τις αντοχές και τις αντιστάσεις του, διότι όσο ανελίσσεται σε μια τέτοια ελκυστική πυραμίδα, που το κάθε σκαλοπάτι σημαίνει πυκνότερα φλας, απεριόριστο χρήμα, ευκολοπροσβάσιμη σάρκα και ασυλία από τις κατηγορίες για ασυδοσία, περιτριγυρίζεται παράλληλα και ασφυκτικά από ένα ισχυρό αλλά τοξικό «κοινωνικό κεφάλαιο» το οποίο τον μεθά με την πρέζα της πάνδημης και συνεχούς αναγνωρισιμότητας. Και κάπου εδώ είναι που ξεκινούν και τα πολιτικά χατήρια, κάπου εδώ είναι που η τέχνη υποβιβάζεται σε ένα ακόμη εργαλείο προπαγάνδας…

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε επίσης στον ‘Φιλελεύθερο’ [17/11/2011, σελ. 18].


Σταθερή διεύθυνση permalink: http://www.efylakas.com/archives/10621

Εκτυπώσιμη μορφή

Tags: , , , , , , , ,